Από τις ρωγμές στους τοίχους κι από τη σανιδένια πόρτα, ρεύματα παγωμένου αέρα έμπαιναν ορμητικά και περόνιαζαν το κορμί της. Το λεπτό σάλι δεν κατάφερνε να κρατήσει μακριά της το κρύο, ο τραχύς χοντροϋφασμένος αμπάς που είχε τυλίξει γύρω από την κοιλιά της είχε κοκαλώσει και τον ένιωθε πάνω της σαν δεύτερο, ξεραμένο πετσί, τα πόδια της κρυστάλλιασαν μέσα στα λεπτόσολα, φθαρμένα παπούτσια που είχε δέσει με χοντρό σπάγγο στο κάτω μέρος των αστραγάλων της. Παρά το αφόρητο ψύχος, λεπτά στεφάνια ιδρώτα τύλιγαν το μέτωπό της κι έπειτα κυλούσαν στο πλάι των φρυδιών της και πάχνιαζαν όλο της το πρόσωπο. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ασθματικά, ρίγη διαπερνούσαν τη ράχη και τη σπονδυλική της στήλη. Έτρεμε σύγκορμη, σαν νεογέννητο κουτάβι που δεν το προστατεύει καμιά γούνα, που δεν το θάλπει καμιά αγκαλιά. Έκθετη, έρημη, απορριγμένη. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σύρθηκε αργά στο παγωμένο χώμα. Λίγο πιο μέσα, σκέφτηκε, λίγο πιο μέσα θα είναι καλύτερα.
Προσπάθησε να σηκωθεί απ’ τη γωνιά της. Στάθηκε μετά βίας όρθια και με μια ασυναίσθητη κίνηση, περισσότερο από συνήθεια παρά από σκοπιμότητα, τίναξε με το χέρι της τα σκόρπια άχυρα που κρέμονταν από το ασουλούπωτο σάλι της. Με κόπο μεγάλο κατάφερε να κάνει δυο τρία βήματα πριν τα πόδια της λυθούν και την προδώσουν. Γονατισμένη στάθηκε για λίγο νιώθοντας τις ριπές του κρύου αέρα στην καμπουριασμένη πλάτη της, κοιτώντας με τη λαχτάρα του στερημένου τα ξαπλωμένα σώματα των ζώων που ξεχώριζαν σαν μικρές λοφοπλαγιές λίγο πιο μέσα. Ένα βήμα ακόμη. Αργόσυρτες ανάσες και σύννεφα από χνότα. Δύο. Μια βαριά μυρωδιά από περιττώματα και καβαλίνες τής μπούκωσε τα ρουθούνια, μα την καλοδέχτηκε, στο μυαλό της ήταν ταυτισμένη με τη ζέστη και το θάλπος, με την ίδια τη ζωή.