ΝΌΜΙΖΑ ΌΤΙ Η ΚΑΡΔΙΆ ΜΟΥ θα σπάσει από τον φόβο. Ο δυνατός άνεμος χτυπούσε αλύπητα το μικρό αεροπλάνο σε όλη τη διάρκεια της σύντομης πτήσης. Δυνατά τριξίματα ακούγονταν κάθε φορά που έγερνε απότομα, πότε δεξιά και πότε αριστερά, κρωξίματα φοβισμένου μικρού πουλιού που είχε χαθεί σε ανεμοθύελλα. Ένα δυνατό τράνταγμα… και το μικρό ιπτάμενο σκάφος έχασε ύψος απότομα. Οι μηχανές μούγκρισαν στην προσπάθεια να κερδίσουν τη μάχη. Ασυναίσθητα έπιασα σφιχτά το χέρι της Λιάνας, που καθόταν δίπλα μου αμίλητη, ενώ ταυτόχρονα έστρεψα το κεφάλι μου πίσω και κοίταξα ανήσυχη την αεροσυνοδό, που καθισμένη λιμάριζε τα νύχια της με απίστευτη ηρεμία. Σήκωσε τα μάτια της και μου χαμογέλασε. Συγχρόνως μου έκανε νόημα με το χέρι να μη φοβάμαι. Ένιωσα λίγο καλύτερα. Η Λιάνα έκλεισε τα μάτια της και μου έσφιξε το χέρι ακόμη πιο δυνατά. Ένιωσα τον φόβο της και μαζί το μπήξιμο των νυχιών της στο δέρμα μου. Ένα ακόμη δυνατό τράνταγμα, και μια κρύα σταγόνα ιδρώτα κύλησε αργά από το μέτωπό μου.
Την ίδια στιγμή, τα φώτα με το σήμα «μην καπνίζετε» άναψαν δίπλα στο ήδη αναμμένο σήμα του «προσδεθείτε». Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τα μικρά σπίτια της Μυκόνου, σαν λευκά ζαχαρωτά στρωμένα σε σχήμα μισοφέγγαρου, απλώνονταν κάτω από τα πόδια μου. «Κυρίες και κύριοι, πλησιάζουμε για την προσγείωση στη Μύκονο. Σας παρακαλούμε να βεβαιωθείτε ότι η πλάτη του καθίσματός σας είναι σε όρθια θέση για την προσγείωση και το ατομικό σας τραπεζάκι ασφαλισμένο. Ευχαριστώ». Η γλυκιά φωνή της αεροσυνοδού εξαφάνισε διά μαγείας όλο τον τρόμο που είχε φωλιάσει μέσα μου. Οι τροχοί άγγιξαν με δύναμη το έδαφος και το μικρό αεροπλάνο στρίγκλισε απελπισμένα καθώς προσπαθούσε να σταματήσει έγκαιρα. Ξέσφιξα τη λαβή μου από το χέρι της φίλης μου, που είχε γείρει κατάχλομη πάνω στον ώμο μου.
«Επιτέλους, φτάσαμε. Ξεγαντζώσου από πάνω μου. Κόντεψες να με διαλύσεις». «Φτηνά τη γλιτώσαμε κι αυτή τη φορά», μου είπε με μισοσβησμένη φωνή. «Θυμήσου, μόλις φτάσουμε στη Χώρα, να κλείσουμε θέσεις με το πλοίο. Δεν πρόκειται να υποστώ τα ίδια στην επιστροφή». «Ναι, κάθε φορά τα ίδια λες και μετά θυμάσαι ότι φοβάσαι τη θάλασσα». Βάλαμε τα γέλια και αρχίσαμε να προχωράμε προς το μικρό κτίριο του α