Λένε ότι μπροστά στον θάνατο όλα ξεκαθαρίζουν, και ο Ενσέι Τακάντο ήξερε τώρα ότι αυτό ήταν αλήθεια. Καθώς έπεφτε κάτω σφίγγοντας το στήθος του από τον πόνο, συνειδητοποίησε πόσο φρικτό ήταν το λάθος του. Εμφανίστηκαν κάποιοι, στάθηκαν από πάνω του προσπαθώντας να βοηθήσουν. Αλλά ο Τακάντο δεν ήθελε βοήθεια – ήταν πολύ αργά πια. Τρέμοντας, σήκωσε το αριστερό του χέρι και άπλωσε τα δάχτυλά του. Κοιτάξτε το χέρι μου! Τα πρόσωπα γύρω του κοίταζαν, αλλά έβλεπε ότι δεν καταλάβαιναν. Στο δάχτυλό του είχε ένα σκαλισμένο χρυσό δαχτυλίδι. Για μια στιγμή, τα χαραγμένα γράμματα γυάλισαν κάτω από τον ανδαλουσιανό ήλιο. Ο Ενσέι Τακάντο ήξερε ότι αυτό ήταν το τελευταίο φως που θα έβλεπε ποτέ.
Ηταν οι δυο τους πάνω στα βουνά, στην αγαπημένη τους πανσιόν. Ο Ντέιβιντ ήταν όρθιος δίπλα στο κρεβάτι και της χαμογελούσε. «Λοιπόν, τι λες, ομορφιά μου; Θα με παντρευτείς;» Κοιτώντας τον από εκεί που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τον ουρανό, ήξερε ότι αυτός ήταν ο άντρας της ζωής της. Για πάντα. Καθώς κοίταζε τα σκουροπράσινα μάτια του, κάπου μακριά άρχισε να χτυπά ένα εκκωφαντικό κουδούνι. Τον τραβούσε μακριά της. Άπλωσε να τον πιάσει, αλλά τα χέρια της βρήκαν μόνο τον άδειο αέρα.