Περπατούν αργά σ’ έναν φιδογυριστό, σκοτεινό δρόμο με μεσαιωνικό λιθόστρωτο, πολύ μακριά από τη φασαρία της λεωφόρου Ρίνγκστρασε και τις πολυτελείς άμαξες που μεταφέρουν ανέμελους, θορυβώδεις ανθρώπους. Εδώ, σε αυτή την απόμερη γωνιά της πόλης, στις ερημικές εξοχές του Φεσλάου, όλα τα τυλίγει η σιωπή.
Προσπερνούν ήσυχες αυλές, ένα βουβό καμπαναριό, μαγαζάκια που μόλις έχουν ανοίξει. Ο κόσμος φαντάζει ασάλευτος, σαν ελαιογραφία. Και όμορφος, γαλήνιος. Επιτέλους ένας κόσμος που θα μπορούσε ίσως να τους χωρέσει. Ακούγονται μόνο τα βήματά τους και το φτερούγισμα ενός σπουργιτιού που πηδάει από στέγη σε στέγη λες και τους ακολουθεί. Εκείνος δε φαίνεται να του δίνει σημασία, εκείνη όμως σηκώνει κάθε τόσο το βλέμμα της και το κοιτάζει με θαυμασμό.