Τα μάτια μου έχουν τεράστιους μαύρους, τρεμουλιαστούς κύκλους. Είναι κατακόκκινα σαν του δράκουλα και με πονάνε φρικτά. Όσες σταγόνες και κολλύρια κι αν ρίχνω, αυτά επιμένουν να με πονάνε και να με «κόβουν» νιώθω λες κι από στιγμή σε στιγμή θα τυφλωθώ, «αόμματηηηηηη» θα φωνάζω, μα κανείς δε θα μου δίνει σημασία.
Το δέρμα μου έχει κιτρινίσει, ήταν πάντα υπόλευκο αλλά τώρα έχει γίνει κατακίτρινο, μοιάζω σαν Κινέζα που έβγαλε τη χρυσή, οι ρυτίδες μου, από λεπτές και σποραδικές, έγιναν βαθιές και πολλές. Πολύ βαθιές και πολλές πολλές.
Τα χείλη μου είναι κάτασπρα, σκασμένα και μελανιασμένα στις άκρες. Τα χέρια μου τρέμουν λες κι έχω Πάρκινσον, αδύνατώ να πιω καφέ χωρίς να ρίξω τον μισό έξω, τα πόδια μου τρέμουν σαν να έχω καταπιεί σεισμό και τσουνάμι δύο σε ένα. Τα μαλλιά μου θέλουν κούρεμα και βάψιμο – είναι χάλια, είναι θέμα χρόνου να με μηνύσει η Ένωση Ελλήνων Κομμωτών γιατί τους χαλάω τη φήμη, ενώ το σώμα μου είναι από τραγικό έως πάρα πάρα πολύ τραγικό.
Η λεκάνη μου χωράει ολόκληρο το λεκανοπέδιο, πέντε έξι οροπέδια, εφτά κοιλάδες, τρεις λίμνες και εννέα βοσκοτόπια, αλλά δε χωράει με τίποτα στο καλό μου τζιν! Το στήθος μου αρνείται να μπει σε οποιοδήποτε σουτιέν που να σέβεται έστω και λίγο τους νόμους της κομψότητας και νομίζω ότι το δεξί έχει πέσει περισσότερο από το αριστερό, ενώ το αριστερό έχει μεγαλώσει κι έχει βαρύνει περισσότερο από το δεξί!