Κανένας δεν κατάλαβε στη γέννησή μου ότι κάτι πήγαινε στραβά. Ούτε ο νεαρός γιατρός που χαμογελούσε ευχαριστημένος για την επιτυχή έκβαση της γέννας, ούτε η έμπειρη, ηλικιωμένη μαία που έκοψε τον ομφάλιο λώρο και με καθάρισε από τα αίματα. Και σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκε κάτι ο πατέρας μου, ο Μιχάλης, που παρακολουθούσε τα πάντα αμήχανος και αποστασιοποιημένος, και σίγουρα όχι η καταταλαιπωρημένη από τον οχτάωρο τοκετό μητέρα μου, η Ανθή. Για εκείνους ήμουν ένα μωρό όπως όλα τ’ άλλα. Στρουμπουλό και ροδοκόκκινο, λίγο περισσότερο ζαρωμένο και πιεσμένο από τη βίαιη έξοδό μου σε αυτόν τον κόσμο απ’ ό,τι θα ήθελαν ίσως και σίγουρα απ’ ό,τι χρειαζόταν προκειμένου να εξασφαλίσουν μια καλή, πρώτη, οικογενειακή φωτογραφία, μια ανάμνηση που θα μπορούσε να διακοσμήσει το τζάκι του σαλονιού τα χρόνια που επρόκειτο να έρθουν. Και η αλήθεια είναι ότι όντως τότε δεν υπήρχε ακόμα κάτι να παρατηρήσουν, κάτι που να προμηνούσε πόσο στραβά θα πήγαιναν τα πράγματα από ένα σημείο και μετά.
Δεν ήταν άλλωστε ότι είχα κάποιο εμφανές κουσούρι από γεννησιμιού μου. Επίκτητο έμελλε να είναι. Σύντομα. Όχι όμως ακόμα. Παρά την ταλαιπωρημένη εμφάνισή μου, ο πατέρας μου την έβγαλε τελικά τη φωτογραφία. Περισσότερο για να κάνει κάτι εκείνη την ώρα, να φανεί κι εκείνος χρήσιμος κατά κάποιο τρόπο και να ανταποκριθεί επάξια στον ρόλο του μπροστά στα μάτια του κόσμου, κι όχι γιατί όντως το ήθελε. Φασκιωμένη στην αγκαλιά της μητέρας μου, που με κοιτούσε με λατρεία, παρά τα παραμορφωμένα χαρακτηριστικά μου, κοίταζα κι εγώ με τη σειρά μου, μάλλον επιφυλακτικά, τον άνθρωπο πίσω από τον φακό. Διαίσθηση άραγε; Μωρουδιακό ένστικτο που με προειδοποιούσε ήδη από τότε να μείνω μακριά; Κανείς δεν ξέρει.