Η ημιδιαφάνεια του πέπλου. Όλα εκείνα που μόλις και μετά βίας μπορείς να διακρίνεις πίσω από αυτό. Έπειτα, αργά, πολύ αργά, η κίνηση. Και ο τρόπος με τον οποίο σηκώνεται διστακτικά. Υψώνεται αψιδωτά. Διαχωρίζεται. Αρχίζει να εκθέτει τη γύμνια. Να βλέπει αυτό που έβλεπε. Να αισθάνεται αυτό που αισθανόταν. Όλη την ώρα. Πραγματικά όλη την ώρα. Αυτά πρέπει να φάνηκαν όταν ο καπετάνιος παραβίασε συγκεκριμένες εντολές και τον άφησε να ανέβει στο κατάστρωμα. Ακριβώς όπως φαίνονταν και πίσω από τον παράδοξο χορό της τούλινης κουρτίνας. Δεν θα έπρεπε να κινείται. Διότι αυτό που αποκαλύπτεται στην άλλη πλευρά του πέπλου, που ανεμίζει ήρεμα, είναι μια απόλυτα ήρεμη υδάτινη επιφάνεια. Νηνεμία. Μπουνάτσα. Έτσι έμοιαζε ο κόσμος στα μάτια του Ντέντα όταν τον έβγαλαν στο ανοιξιάτικο ψύχος, πάνω στο κατάστρωμα της παλιάς φορτηγίδας. Σαν ένα θαύμα ηρεμίας, ακόμα και γαλήνης. Σαν να υπήρχε, για μια ακόμα φορά, ελπίδα για την ανθρωπότητα. Αλλά βέβαια αυτός δεν σκεφτόταν έτσι. Όχι συνειδητά τουλάχιστον. Ίσως η σκέψη αυτή να υπήρχε μέσα του, αλλά όχι με αυτά τα λόγια. Εκτός αυτού ήταν και πολύ μικρός. Ήταν δέκα χρόνων, και ο ποταμός απλωνόταν απόλυτα ήρεμος μπροστά του.
Ήταν σαν ένα λεπτό, απίστευτα λεπτό στρώμα πάγου να κάλυπτε ακόμη την επιφάνεια του νερού, και η παλιά φορτηγίδα το έκοβε σαν αθέρας ξυραφιού. Αθόρυβα. Και στις δύο πλευρές του ποταμού απλωνόταν άγονο κι ερημικό το τοπίο, το τοπίο που είχε εμφανιστεί σε τόσο πολλά παράθυρα τις τελευταίες μέρες. Μόνο παράθυρα. Πρώτα τα παράθυρα από το τρένο, έπειτα τα παράθυρα από τις καζάρμες, και κατόπιν τα φινιστρίνια από το πλοίο. Αν μπορούσες να αποκαλέσεις αυτό εδώ το πράμα πλοίο. Ο καπετάνιος έριξε στον Ντέντα άλλη μια θλιμμένη ματιά. Μόλις μια βδομάδα πριν είχε μεταφέρει ξυλεία με την παλιά του φορτηγίδα. Τώρα ήταν διαφορετικό το φορτίο. Όπως και η ζωή του. Είναι τέσσερις φορτηγίδες, τέσσερες μαούνες μεταφοράς ξυλείας, που επί δεκαετίες μεταφέρουν απρόθυμα ξυλεία στα πιο άγονα μέρη. Η μαούνα του Ντέντα είναι πρώτη στην αράδα. Είναι αυτή που σκίζει την ακίνητη, μαύρη επιφάνεια του νερού με την απρόσμενα κοφτερή πλώρη της.