ΤΟ ΞΥΠΝΗΤΉΡΙ ΧΤΥΠΆΕΙ ΣΑΝ υστερικό. Δυσανασχετώ, εκνευρίζομαι, τελικά το σταματάω με ένα δυνατό πάτημα και με τα μάτια ακόμη κλειστά. Σκέφτομαι γιατί να έχω βάλει το ξυπνητήρι, ενώ κανόνισα χτες το βράδυ να μην πάω το πρωί στη δουλειά. Πάω να ξανακοιμηθώ και τότε θυμάμαι. Μα βέβαια. Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Κλείνω τα σαράντα. Έχω καλεσμένους το βράδυ. Πρέπει να πάω στο σούπερ μάρκετ και μετά να μαγειρέψω. Η Λορέτα, η κοπέλα που έρχεται μια φορά τη βδομάδα να καθαρίσει, πρέπει ήδη να είναι στο σπίτι. Θα μείνει όλη τη μέρα. Το έχουμε κανονίσει.
Πετάγομαι γρήγορα από το κρεβάτι παρασύροντας τη Μέριλιν, τη γάτα μου, στο δάπεδο. Η Μέριλιν νιαουρίζει εκνευρισμένη. Σκύβω και τη χαϊδεύω. «Συγγνώμη, γλυκιά μου», της λέω και της σκάω όπως πάντα ένα φιλί στο ασημόγκριζο κεφαλάκι της. Αυτή αρχίζει τα χάδια και κυλιέται ήδη κάτω προκαλώντας με να συνεχίσω. Είναι τόσο χαδιάρα, που θυμίζει την αξέχαστη Μονρόε. Γι’ αυτό τη φωνάζω Μέριλιν. «Άλλη φορά», της λέω. Τρέχω στο μπάνιο, κλείνω την πόρτα και στέκομαι εμπρός από τον μεγάλο ολόσωμο καθρέφτη που είναι κολλημένος πίσω της. Πετάω το μεταξωτό λευκό νυχτικό μου και μένω ολόγυμνη. Κοιτάζομαι προσπαθώντας να διακρίνω τη σαραντάρα γυναίκα, όμως αυτό που βλέπω είναι ένα κοριτσάκι… μια έφηβη… μια νέα γυναίκα τέλος πάντων. Όχι πάνω από τριάντα.