Το ψάρεμα αστακών δεν γινόταν πια όπως παλιά. Σε περασμένες εποχές υπήρχαν σκληρά εργαζόμενοι ψαράδες που έβγαιναν για τα μαύρα μαλακόστρακα. Τώρα τουρίστες ψάρευαν αστακό για μιαν εβδομάδα, καθαρά για προσωπική απόλαυση. Άσε που δεν τηρούσαν καν τους κανόνες. Είχαν δει πολλά τα μάτια του τόσα και τόσα χρόνια. Χρησιμοποιούσαν στα κρυφά βούρτσες για να αφαιρούν τα ορατά αυγά των θηλυκών αστακών, προκειμένου να φαίνονται πως είχαν αλιευθεί νόμιμα, ψαρεύοντάς τους λαθραία από τις κλούβες, τις αστακοπαγίδες δηλαδή, των άλλων. Κάποιοι δύτες μάλιστα βουτούσαν και τους άρπαζαν απευθείας από ξένες κλούβες. Αναρωτιόταν πού θα κατέληγε αυτή η κατάσταση, ειδικά τώρα που δεν υπήρχε πια ούτε ίχνος εντιμότητας ανάμεσα στους ψαράδες αστακών. Καμιά φορά έβρισκε τουλάχιστον και κάνα μπουκάλι κονιάκ στην αστακοπαγίδα που τραβούσε στην επιφάνεια, έναντι της άγνωστης ποσότητας αστακών που είχαν αρπάξει από αυτήν. Κάποιοι κλέφτες είχαν σίγουρα μιαν αίσθηση τιμής ή, έστω, χιούμορ.
Ο Φρανς Μπένγκτσον αναστέναξε βαθιά καθώς τραβούσε πάνω τις παγίδες του, αλλά το πρόσωπό του φωτίστηκε μόλις είδε ότι στην πρώτη υπήρχαν δύο μεγάλοι αστακοί. Είχε καλό μάτι για τα σημεία που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται. Μερικά μάλιστα θα μπορούσες να τα χαρακτηρίσεις αστακοπαραδείσους. Εκεί έριχνε τις κλούβες του με πολύ καλά αποτελέσματα κάθε χρόνο. Αφού ανέσυρε τρεις κλούβες, διαπίστωσε ότι είχε συγκεντρώσει αρκετά από αυτά τα πολύτιμα θαλασσινά. Πάντως, ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που εκτόξευε τις τιμές τους στα ύψη καταντώντας τες σκανδαλώδεις. Όχι ότι οι αστακοί δεν ήταν νόστιμοι, μόνο άνοστους δεν θα τους έλεγες, αλλά αν μπορούσε να διαλέξει, θα προτιμούσε ρέγκα για το τραπέζι του. Και νοστιμότερη ήταν και άξιζε τα λεφτά της. Όμως το εισόδημα από το ψάρεμα αστακού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο τούτη την εποχή του χρόνου.