Μόλις ο Τσεν Ζεν κόλλησε το μάτι του στο καννοκιάλι, μέσα στην κρυψώνα που είχαν σκάψει στο χιόνι, αντίκρισε το ατσάλινο βλέμμα ενός γκρίζου λύκου. Ανατρίχιασε αμέσως από τον τρόμο, λες κι εκείνα τα μάτια είχαν τη δύναμη να διαπεράσουν την ψυχή του. Μόνο που ο γερο-Μπίλτζι βρισκόταν πλάι του. Αυτή τη φορά ο Τσεν Ζεν δεν αισθάνθηκε την ψυχή του να αφήνει το σώμα του, αλλά ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από κάθε πόρο του κορμιού του. Ζούσε στα βοσκοτόπια εδώ και δύο χρόνια, μα δεν είχε αποβάλει ακόμα το φόβο για τους λύκους της Μογγολίας, ειδικά αν ήταν σε αγέλη. Βρισκόταν αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο κοπάδι, και μάλιστα ψηλά πάνω στα βουνά, μακριά από τον καταυλισμό. Ο αχνός της ανάσας του έβγαινε τρεμουλιαστός στον αέρα. Ούτε ο Τσεν ούτε ο Μπίλτζι είχαν όπλα – μια καραμπίνα, ένα μαχαίρι, ένα λάσο, έστω τους μεταλλικούς αναβολείς. Είχαν μόνο δυο μπαστούνια, από αυτά που κρατούν οι βοσκοί, κι αν οι λύκοι τούς οσμίζονταν, η ουράνια ταφή τους δε θα αργούσε πολύ.
Ο Τσεν βαριανάσανε φοβισμένος και γύρισε να κοιτάξει τον γερο-Μπίλτζι που παρακολουθούσε τους λύκους με το καννοκιάλι του. «Χρειάζεσαι περισσότερο θάρρος», είπε μαλακά ο γέρος. «Μοιάζεις με πρόβατο. Έχεις το φόβο του λύκου στο αίμα σου. Έτσι εξηγείται γιατί εσείς οι Κινέζοι δεν έχετε κερδίσει καμία μάχη εδώ έξω». Σαν είδε πως δεν έπαιρνε απάντηση, έσκυψε κοντά του και ψιθύρισε: «Πρέπει να κρατήσεις την ψυχραιμία σου. Αρκεί μία λάθος κίνηση και τελειώσαμε». Ο Τσεν έγνεψε καταφατικά, πήρε μια χούφτα χιόνι και την έσφιξε τόσο, ώσπου έγινε μια παγωμένη μπάλα. Ένα κοπάδι γαζέλες έβοσκε σε μια κοντινή πλαγιά, μην έχοντας αντιληφθεί την αγέλη που έσφιγγε τον κλοιό γύρω του. Οι λύκοι είχαν πλησιάσει πάρα πολύ στην κοιλότητα που είχαν σκάψει οι δυο άνδρες στο χιόνι. Μην τολμώντας να κουνηθεί, ο Τσεν Ζεν πέτρωσε στη θέση του, σαν άγαλμα από πάγο.