Ο Χέπμπερν ήταν πρακτικός αξιωματικός και καθώς η φωτιά εξαπλωνόταν με ταχύτητα προς το μέρος όπου έστεκε μαζί με τους άντρες του, δεν είχε την πολυτέλεια να αναλογιστεί το τέλος των αυτοκρατοριών ή τους τρόπους με τους οποίους η Ιστορία αλλάζει ξαφνικά πορεία, συντρίβοντας παλιές τάξεις πραγμάτων, προκειμένου να δημιουργήσει νέα έθνη. Είχε μια αποστολή να φέρει σε πέρας και ήδη τα είχε κάνει ελαφρώς μαντάρα, αποφασίζοντας να ξεκινήσει την εκκένωση με καθυστέρηση. Είχε δώσει εντολή σε δύο λέμβους του Πολεμικού Ναυτικού καθώς και σε ένα μηχανοκίνητο ιστιοφόρο να λάβουν θέσεις κοντά στο Κε, προκειμένου να μεταφέρουν τους Αμερικανούς στο αντιτορπιλικό, και τώρα ερχόταν αντιμέτωπος με ένα ακόμη σοβαρό εμπόδιο. Η διαδικασία ήταν επικίνδυνη, καθώς το κολοσσιαίο πύρινο τείχος εξαπλωνόταν γοργά προς τη θάλασσα. Η φωτιά είχε παγιδεύσει μια πελώρια και διαρκώς διογκούμενη ανθρώπινη μάζα στο Κε. Το πλήθος στοιβαζόταν ασφυκτικά σε έκταση μισού χιλιομέτρου ή και περισσότερο προς κάθε κατεύθυνση – επρόκειτο για σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό μιας πόλης, που είχε εγκλωβιστεί σε έναν στενό, πλακόστρωτο πεζόδρομο μεταξύ του πύρινου τείχους και της θάλασσας. Ο Χέπμπερν έπρεπε να βρει τρόπο ώστε να περάσει τους Αμερικανούς μέσα από το πυκνό πλήθος και να τους οδηγήσει στα σκάφη που περίμεναν.
Η μετακίνηση αυτή θα ήταν επικίνδυνη, αν όχι ανέφικτη. Οι άνθρωποι στο Κε βρίσκονταν σε απόγνωση – έβλεπαν τις φλόγες κι αισθάνονταν τη λάβρα, όπως άλλωστε ο Χέπμπερν και οι άντρες του – κι αποζητούσαν τρόπους να γλιτώσουν από τη φωτιά, ελπίζοντας πως ο Αμερικανός αξιωματικός θα έπαιρνε ορισμένους από αυτούς στο πλοίο του. Δεν μπορεί να τους εγκατέλειπαν εκεί οι Αμερικανοί. Άλλωστε, η Αμερική ήταν μια χώρα την οποία εμπιστεύονταν οι πάντες στην Εγγύς Ανατολή – Άραβες, μουσουλμάνοι, Τούρκοι, χριστιανοί και Εβραίοι – και τη δεδομένη στιγμή ο Χέπμπερν αποτελούσε σύμβολο της Αμερικής. Ο Χέπμπερν είχε αποφασίσει να παρατάξει ένα απόσπασμα Αμερικανών ναυτών σε διπλή γραμμή, σχηματίζοντας έτσι διάδρομο μέσα από το πλήθος. Είκοσι νεαροί ναύτες, ντυμένοι με τις λευκές στολές τους και γκέτες αποβατικού σώματος, οπλισμένοι με πιστόλια και γκλομπ, είχαν λάβει θέσεις, αγκώνα με αγκώνα, σχηματίζοντας ένα πέρασμα από την πόρτα του κινηματοθέατρου μέχρι την προκυμαία, ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος.